έμφορτος

ἔμφορτος, -ον (Α)
γεμάτος φορτίο, φορτωμένος, κατάφορτος («πλοῑον ἔμφορτον»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔμφορτος — laden with masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφορτον — ἔμφορτος laden with masc/fem acc sg ἔμφορτος laden with neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφόρτου — ἔμφορτος laden with masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφορτα — ἔμφορτος laden with neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμφορτοι — ἔμφορτος laden with masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.